Οι τιμές των κατοικιών στην Ελλάδα συνεχίζουν να κινούνται ανοδικά και το 2026, αν και με πιο ήπιους ρυθμούς σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.
Σύμφωνα με τα νέα στοιχεία που δημοσίευσε η Τράπεζα της Ελλάδος στις 15 Σεπτεμβρίου 2026, οι τιμές των διαμερισμάτων αυξήθηκαν κατά 5,5% το β΄ τρίμηνο του 2026 σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2025.
Η άνοδος παραμένει σημαντική, ωστόσο η εικόνα της αγοράς παρουσιάζει πλέον μεγαλύτερες διαφοροποιήσεις ανά περιοχή και ηλικία ακινήτου.
Οι τιμές συνεχίζουν να ανεβαίνουν, αλλά με χαμηλότερο ρυθμό
Το β΄ τρίμηνο του 2026 οι τιμές των διαμερισμάτων ήταν κατά μέσο όρο 5,5% υψηλότερες σε σχέση με έναν χρόνο πριν.
Το α΄ τρίμηνο του 2026 ο αντίστοιχος ετήσιος ρυθμός αύξησης είχε διαμορφωθεί στο 5,7%.
Η μεταβολή αυτή δεν σημαίνει ότι οι τιμές των κατοικιών μειώθηκαν από το ένα τρίμηνο στο άλλο. Σημαίνει ότι εξακολουθούν να αυξάνονται σε ετήσια βάση, αλλά με ελαφρώς χαμηλότερη ταχύτητα.
Η τάση γίνεται ακόμη πιο εμφανής αν δούμε την πορεία των προηγούμενων ετών.
Σύμφωνα με τα αναθεωρημένα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, οι τιμές των διαμερισμάτων αυξήθηκαν κατά μέσο όρο 8,3% το 2025, ενώ το 2024 είχαν αυξηθεί κατά 9,1%.
Τα στοιχεία δείχνουν επομένως μια αγορά που παραμένει ανοδική, χωρίς όμως να κινείται πλέον με τους ίδιους ρυθμούς που είχαν καταγραφεί τα προηγούμενα χρόνια.
Πού αυξάνονται περισσότερο οι τιμές;
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η γεωγραφική κατανομή των αυξήσεων.
Το β΄ τρίμηνο του 2026, σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2025, οι τιμές των διαμερισμάτων αυξήθηκαν κατά:
- 5,0% στην Αθήνα
- 4,7% στη Θεσσαλονίκη
- 5,4% στις άλλες μεγάλες πόλεις
- 7,1% στις λοιπές περιοχές της χώρας
Η μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση καταγράφεται επομένως στις περιοχές της χώρας εκτός των βασικών μεγάλων αστικών κέντρων.
Η σύγκριση με το α΄ τρίμηνο του 2026 κάνει την εικόνα ακόμη πιο ενδιαφέρουσα.
Τότε, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης ήταν 5,2% στην Αθήνα, 6,4% στη Θεσσαλονίκη, 5,4% στις άλλες μεγάλες πόλεις και 6,9% στις λοιπές περιοχές.
Η Θεσσαλονίκη παρουσιάζει τη μεγαλύτερη αλλαγή στον ετήσιο ρυθμό μεταβολής, από 6,4% στο α΄ τρίμηνο σε 4,7% στο β΄ τρίμηνο. Αντίθετα, στις λοιπές περιοχές της χώρας ο ρυθμός αυξήθηκε από 6,9% σε 7,1%.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι τιμές στην Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη υποχωρούν. Και στις δύο αγορές οι τιμές παραμένουν υψηλότερες σε σχέση με έναν χρόνο πριν. Δείχνει, όμως, ότι η δυναμική της αγοράς δεν εξελίσσεται με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις περιοχές.
Νέα ή παλαιότερα διαμερίσματα;
Διαφοροποίηση παρατηρείται και ανάλογα με την ηλικία του ακινήτου.
Στα νέα διαμερίσματα, ηλικίας έως πέντε ετών, οι τιμές αυξήθηκαν κατά 6,2% το β΄ τρίμηνο του 2026 σε σχέση με έναν χρόνο πριν.
Στα παλαιότερα διαμερίσματα, ηλικίας άνω των πέντε ετών, η αντίστοιχη αύξηση διαμορφώθηκε στο 5,0%.
Το προηγούμενο τρίμηνο οι αντίστοιχοι ετήσιοι ρυθμοί ήταν 6,0% για τα νέα και 5,5% για τα παλαιότερα διαμερίσματα.
Τα νεότερα ακίνητα παρουσιάζουν επομένως αυτή τη στιγμή υψηλότερο ετήσιο ρυθμό αύξησης τιμών σε σχέση με το παλαιότερο απόθεμα κατοικιών.
Τι δείχνουν τα στοιχεία για την αγορά κατοικίας;
Τα τελευταία στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος αποτυπώνουν μια αγορά που εξακολουθεί να βρίσκεται σε ανοδικό κύκλο, αλλά γίνεται ολοένα και λιγότερο ομοιόμορφη.
Δεν κινούνται όλες οι περιοχές με τον ίδιο ρυθμό και δεν εμφανίζουν όλες οι κατηγορίες ακινήτων την ίδια δυναμική.
Για έναν υποψήφιο αγοραστή, αυτό σημαίνει ότι ο γενικός πανελλαδικός δείκτης αποτελεί μόνο ένα πρώτο σημείο αναφοράς. Η περιοχή στην οποία βρίσκεται ένα ακίνητο, η ηλικία του και τα επιμέρους χαρακτηριστικά του αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία στην αξιολόγηση της τιμής του.
Αντίστοιχα, για έναν ιδιοκτήτη, μια πανελλαδική αύξηση της τάξης του 5,5% δεν σημαίνει ότι κάθε ακίνητο έχει αυτόματα αυξηθεί κατά το ίδιο ποσοστό.
Η αγορά της Αθήνας μπορεί να κινείται διαφορετικά από εκείνη της Θεσσαλονίκης, ενώ οι υπόλοιπες περιοχές της χώρας εμφανίζουν αυτή τη στιγμή διαφορετικό ρυθμό μεταβολής από τα δύο μεγαλύτερα αστικά κέντρα.
Από πού προέρχονται τα στοιχεία;
Οι δείκτες της Τράπεζας της Ελλάδος δεν βασίζονται στις ζητούμενες τιμές των αγγελιών.
Για την κατασκευή τους, η Τράπεζα της Ελλάδος χρησιμοποιεί αναλυτικά στοιχεία που συλλέγει από όλα τα πιστωτικά ιδρύματα που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα. Τα στοιχεία περιλαμβάνουν τις εκτιμήσεις των τραπεζών για την τρέχουσα εμπορική αξία των οικιστικών ακινήτων, καθώς και πληροφορίες για τα ποιοτικά χαρακτηριστικά τους.
Μέχρι το τέλος Ιουνίου του 2026 είχαν αναγγελθεί στην Τράπεζα της Ελλάδος συνολικά περίπου 971.800 εκτιμήσεις ακινήτων, από τις οποίες το 65,3% αφορούσε διαμερίσματα.
Η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι τα στοιχεία για το β΄ τρίμηνο του 2026 είναι προσωρινά και ενδέχεται να αναθεωρηθούν σε επόμενες δημοσιεύσεις.
Τι κρατάμε από τα νέα δεδομένα;
Τρία στοιχεία ξεχωρίζουν από την τελευταία δημοσίευση:
Πρώτον, οι τιμές των διαμερισμάτων συνεχίζουν να αυξάνονται, κατά 5,5% σε ετήσια βάση.
Δεύτερον, ο συνολικός ρυθμός ανόδου είναι χαμηλότερος από εκείνον που είχε καταγραφεί το 2024 και το 2025.
Τρίτον, οι μεγαλύτερες ποσοστιαίες αυξήσεις στο β΄ τρίμηνο του 2026 καταγράφονται στις λοιπές περιοχές της χώρας και όχι στην Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη.
Η ελληνική αγορά κατοικίας, επομένως, εξακολουθεί να παρουσιάζει άνοδο. Η μεγάλη εικόνα όμως δεν λέει πλέον όλη την ιστορία: η περιοχή και τα χαρακτηριστικά του κάθε ακινήτου παίζουν ολοένα και μεγαλύτερο ρόλο στην πραγματική πορεία της αξίας του.
Πηγή: Τράπεζα της Ελλάδος, «Δείκτες τιμών οικιστικών ακινήτων: β΄ τρίμηνο 2026», 15 Σεπτεμβρίου 2026.




